Διπλασιάζονται τα υποχρεωτικά αποθεματικά των τραπεζών στις Κεντρικές Τράπεζες - Oι επιπτώσεις

Του Νίκου Κωτσικόπουλου

Οι αυξήσεις επιτοκίων δεν κοστίζουν μόνο σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κράτη. Κοστίζουν ακριβά και στις ίδιες τις Κεντρικές Τράπεζες. Είναι το σημείο- κλειδί που εξηγεί το θόρυβο για τον πιθανό διπλασιασμό των άτοκων καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες στις Κεντρικές Τράπεζες (αποθεματικά), με επαναφορά του συντελεστή 2% αντί για 1%. 

Η αύξηση των άτοκων αποθεματικών θα μειώσει τα κόστη των Κεντρικών Τραπεζών και θα τις διευκολύνει να αυξάνουν τα επιτόκια, ειδικά τη γερμανική Budesbank, λαμβάνοντας υπόψη τις τεράστιες γερμανικές καταθέσεις και διαθέσιμα από εκδόσεις τραπεζικών ομολόγων, που αφήνουν τόκους χωρίς ρίσκο με κατάθεση πλεονασμάτων στην ΕΚΤ, όταν τα επιτόκια είναι ακριβά για το κοινό κι έχουν ρίσκο και τα δάνεια είναι λιγοστά. Αντίθετα, θα κόψει από τα κέρδη των εμπορικών τραπεζών. 

Συγκεκριμένα η ΕΚΤ από το 2024 είχε προαναγγείλει σε κείμενό της, ότι ετοίμαζε αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας εντός του 2026 ("Changes to the operational framework for implementing monetary policy”, 13 Μαρτίου 2024). Αλλά αυτό δεν ισοδυναμούσε με απόφαση αύξησης των υποχρεωτικών άτοκων καταθέσεων-αποθεματικών των εμπορικών τραπεζών.

Ωστόσο, η αγορά αυτό πίστευε και πιστεύει ακόμα, καθώς η ΕΚΤ ετοιμάζεται για λήψη απόφασης εντός του φθινοπώρου, ενώ για την ώρα δε σχολιάζει δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου (Reuters), όταν το θέμα του διπλασιασμού των άτοκων αποθεματικών, έχει ξεσηκώσει τις γερμανικές εμπορικές τράπεζες. 

Είναι ένα ζήτημα που υπολογίζεται ότι μπορεί να κόψει από τις ελληνικές τράπεζες λιγότερο από 60 εκατ. ευρώ κερδών και με δεδομένη την μεγάλη πιστωτική τους επέκταση, δεν τις "καίει". Αντίθετα απασχολεί άλλες μεγάλες τράπεζες με συντελεστή δανείων προς καταθέσεις που υπερβαίνει το 100% οπότε ο δανεισμός της Κεντρικής Τράπεζας είναι ασφαλής υπόθεση και με ακριβά επιτόκια μπορεί να αφήνει ακόμα και 4%, σε περιόδους που το κοινό δεν παίρνει δάνεια, οι τράπεζες είναι σφικτές και οι καταθέσεις αυξάνονται χάρη στα αυξημένα επιτόκια. Οι τράπεζες γιατί να μην κάνουν το ίδιο;

Πώς λειτουργεί το σύστημα 

Σήμερα οι τράπεζες της Ευρωζώνης είναι υποχρεωμένες να "παρκάρουν" άτοκα στην Κεντρική τους Τράπεζα ένα ποσό ίσο με το 1% συγκεκριμένων υποχρεώσεων του ισολογισμού τους, κυρίως καταθέσεων πελατών και ομολόγων με λήξη εντός των επόμενων δύο ετών. Τα χρήματα αυτά είναι τα ελάχιστα άτοκα, υποχρεωτικά αποθεματικά.

Οι περίοδοι που οι τράπεζες καταθέτουν άτοκα το 1% των υποχρεώσεών τους και δεν μπορούν να τις διαθέσουν με κέρδος, διαρκεί έξι εβδομάδες, επί 8 οκτώ φορές το χρόνο. Αυτές οι περίοδοι, διαρκούν κάθε φορά από 42 έως 49 ημέρες. Ουσιαστικά καταλαμβάνουν όλο τον χρόνο, αφήνοντας δυνατότητα ελεύθερης αξιοποίησης μικρότερη των 30 ημερών ετησίως. 

Αλλά τι γίνεται με τα άλλα πολύ μεγαλύτερα ποσά από καταθέσεις και ομόλογα των τραπεζών, που δεν έχουν χρηματοδοτήσει δάνεια; Η πλεονάζουσα ρευστότητα των τραπεζών στην Ευρωζώνη παραμένει τεράστια, αποτέλεσμα ετών ποσοτικής χαλάρωσης και μεγάλων προγραμμάτων αγοράς ομολόγων. 

Αυτά τα επιπλέον χρήματα, όταν δεν δανείζονται σε διατραπεζικές αγορές στις άλλες τράπεζες, μπορούν να κατατίθενται στην ΕΚΤ, και αμείβονται με το επιτόκιό της, αποδοχής καταθέσεων, που από τις 17 Ιουνίου 2026 έχει διαμορφωθεί στο 2,25%.

Έτσι, όσο η ΕΚΤ αυξάνει τα επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, τόσο ανεβαίνει και ο τόκος που πληρώνει το Ευρωσύστημα στις τράπεζες για την πλεονάζουσα ρευστότητα. Οι 21 Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες της Ευρωζώνης πληρώνουν επιτόκιο 2,25% σε περίπου 2,16 τρισ. ευρώ πλεονάζουσας ρευστότητας. Αυτό αντιστοιχεί σε ετήσιους τόκους περίπου 48,7 δισ. ευρώ. 

Με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΚΤ, τα μέσα υποχρεωτικά αποθεματικά της Ευρωζώνης ανέρχονταν σε 173,56 δισ. ευρώ. Ο διπλασιασμός των άτοκων καταθέσεων σημαίνει εξοικονόμηση τόκων περίπου 4 δισ. ευρώ για τις Κεντρικές Τράπεζες. 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Bundesbank έκλεισε το 2025 με ζημία 8,6 δισ. ευρώ, (μικρότερη από την προηγούμενη χρονιά αλλά ακόμη σημαντική), ενώ η ίδια αποδίδει τις πιέσεις στα μέτρα νομισματικής πολιτικής των προηγούμενων ετών και στις αυξήσεις επιτοκίων του 2022 και του 2023. Βεβαίως, είχε αναλογικά το μεγαλύτερο ποσό για αγορές επιλέξιμων ομολόγων από την περίοδο της ελληνικής κρίσης, μέχρι και πρόσφατα με τα πανδημικά προγράμματα.

Οι τράπεζες χάνουν τμήμα από το καταφύγιο των τόκων χωρίς ρίσκο για τα πλεονάσματά τους και αντιδρούν ακριβώς γι’ αυτό. Η Ένωση Γερμανικών Τραπεζών χαρακτήρισε την πιθανή αύξηση ουσιαστικά ως φόρο στις ευρωπαϊκές τράπεζες, υποστηρίζοντας ότι θα δεσμεύσει επιπλέον ρευστότητα, θα μειώσει την κερδοφορία και θα περιορίσει τα περιθώρια για επενδύσεις και νέα δάνεια.

Οι αναλυτές, πάντως, εμφανίζονται πιο ψύχραιμοι ως προς το μέγεθος της επιβάρυνσης. Η UniCredit εκτιμά ότι μια αύξηση του συντελεστή κατά μία ποσοστιαία μονάδα θα ήταν διαχειρίσιμη συνολικά. Τα καθαρά κέρδη των συστημικών τραπεζών υπολογίστηκαν σε 188 δισ. ευρώ για το 2025 και η επίπτωση στην κερδοφορία είναι μικρή.

Για τις ελληνικές τράπεζες, η εικόνα είναι ακόμη πιο ήπια. Σύμφωνα με τη Eurobank Equities, ο διπλασιασμός των υποχρεωτικών αποθεματικών θα μείωνε τα καθαρά έσοδα από τόκους των ελληνικών τραπεζών κατά λιγότερο από 1%. 

Αντίστοιχοι υπολογισμοί με μεθοδολογία της Citi ανεβάζουν τη συνολική ετήσια απώλεια για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες σε περίπου 59 εκατ. ευρώ με επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων 2,25%. Από αυτά, περίπου 15 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στην Τράπεζα Πειραιώς, 19 εκατ. ευρώ στη Eurobank, 13 εκατ. ευρώ στην Εθνική Τράπεζα και 12 εκατ. ευρώ στην Alpha Bank.

 

Διαβάστε ακόμα:

Στ. Τσαντάνης: Το turnaround της Seanergy και η επιτυχία του ομολόγου των 100 εκατ. δολαρίων

Η βιομηχανία πλαστικών εκπέμπει SOS: Ενεργειακό κόστος, αθέμιτος ανταγωνισμός και κανονιστικές πιέσεις απειλούν επενδύσεις και παραγωγή

2026-07-09T05:39:49Z